κατευθύνω


κατευθύνω
[катэфтино] ρ направлять.

Эллино-русский словарь. 2014.

Смотреть что такое "κατευθύνω" в других словарях:

  • κατευθύνω — κατευθύνω, κατηύθυνα και κατεύθυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατευθύνω — κατευθύ̱νω , κατευθύνω make aor subj act 1st sg κατευθύ̱νω , κατευθύνω make pres subj act 1st sg κατευθύ̱νω , κατευθύνω make pres ind act 1st sg κατευθύ̱νω , κατευθύνω make aor subj act 1st sg κατευθύ̱νω , κατευθύνω make pres subj act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευθύνω — (AM κατευθύνω) ασκώ κυριαρχική επιβολή σε κάποιον, τὸν επηρεάζω στις ενέργειές του, διευθύνω, καθοδηγώ (α. «η λογική πρέπει να κατευθύνει τους λόγους και τις πράξεις μας» β. «κατευθυνέτω τὰς φύσεις τῶν παίδων», Πλάτ.) νεοελλ. 1. μέσ. κατευθύνομαι …   Dictionary of Greek

  • κατευθύνω — [катэфтино] р. направлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κατευθύνω — κατεύθυνα, κατευθύνθηκα 1. διευθύνω, προσανατολίζω, οδηγώ: Οι γονείς πρέπει να κατευθύνουν τα παιδιά τους στον ορθό δρόμο. 2. το μέσ., κατευθύνομαι διευθύνομαι σε ορισμένο σημείο ή αποβλέπω σε κάποιο σκοπό: Όλες του οι ενέργειες κατευθύνονται… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατευθυνεῖ — κατευθύνω make fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) κατευθύνω make fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) κατευθύνω make fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) κατευθύνω make fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευθυνοῦσιν — κατευθύνω make fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) κατευθύνω make fut ind act 3rd pl (attic epic doric) κατευθύνω make fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) κατευθύνω make fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευθυνούσης — κατευθύνω make fut part act fem gen sg (attic epic) κατευθῡνούσης , κατευθύνω make pres part act fem gen sg (attic epic ionic) κατευθύνω make fut part act fem gen sg (attic epic) κατευθῡνούσης , κατευθύνω make pres part act fem gen sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευθῦνον — κατευθύνω make pres part act masc voc sg κατευθύνω make pres part act neut nom/voc/acc sg κατευθύνω make pres part act masc voc sg κατευθύνω make pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατηύθυντο — κατευθύνω make plup ind mp 3rd sg κατευθύνω make plup ind mp 3rd pl (epic ionic) κατευθύνω make plup ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευθυνεῖν — κατευθύνω make fut inf act (attic epic doric) κατευθύνω make fut inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)